Κυριακή, 30 Αυγούστου 2009

Meet death and other happy endings

Καθότι πρόσφατα φαν του Μπραντ Πιτ (τώρα που μεγάλωσε, ομόρφυνε και επιβεβαίωσε το υποκριτικό του τάλαντο) είπα να δω ψες το "Meet Jo Black". Καλή ταινία, πολύ καλός ο Άντονι Χόπκινς αλλά μου τα χάλασε το τέλος. Σε σημείο που εκνευρίστηκα, έκλεισα την τηλεόραση πριν τους τίτλους και πήγα να κοιμηθώ μονολογόντας το ποστ που θα έγραφα σήμερα.



Μα είναι ποτέ δυνατόν να σου χτυπά ο χάρος την πόρτα (πως λέμε ο Χάρος βγήκε παγανιά?) και παρόλαυτα να έχεις χάππι έντιγκ και να βρίσκεις τον έρωτα της ζωής σου!!!



Ερωτεύεσαι το θάνατο, ωραία? Ωραία. Δε σε παίρνει μαζί του (που θα ήταν ένα πιο αποδεκτό τέλος!), ωραία? Ωραία. Σε αφήνει να ζήσεις και φεύγει, ωραία? Ωραία. Δεν είπε κανένας να βάλεις την πλερέζα και τα μαύρα και να κλαις μια ζωή αλλά είναι ανάγκη το επόμενο δευτερόλεπτο να ζωντανεύει ο χορηγός του σώματος, ο οποίος στην τελική δεν ήταν και αυτός που μίλαγες και έκανες διάφορα τόσες μέρες και να γίνονται όλα πιο χάππι κι από το μικρό σπίτι στο λιβάδι!! Είναι ταινία φαντασίας, το ξέρω αλλά λίγος ρεαλισμός καταστάσεων και συναισθημάτων μέσα μέσα δε βλάπτει. Μας βλέπουν και ανήλικα!



Εν κατακλείδι, καταδικάζω το ασύστολο χρύσωμα του χαπιού (και της πραγματικότητας) από το Χόλλυγουντ (και τα παραμύθια) και καλά κάνουν να περιμένουν το λογαριασμό του μελλοντικού ψυχιάτρου μου, στον οποίο θα καταλήξω χωρίς αμφιβολία, αφού εμένα δεν πρόκειται να με ερωτευτεί ο ιδανικός άντρας με το σώμα του Μπραντ Πιτ για τον απλούστατο λόγο ότι ο τέλειος άντρας είναι αποκλειστικά και μόνο στη φαντασία μου και στις ταινίες!

Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2009

Τετάρτη πως βαριέμαι, την Πέμπτη δεν κρατιέμαι

Στη μακαρία νήσο ήρθα φέτος το καλοκαίρι με σχέδιο και δουλειές με φούντες. Έχω να γράψω μια ερευνητική πρόταση, να χειριστώ άλλες 4, να γράψω τουλάχιστον 2? άρθρα, να ξαναυποβάλω ένα τρίτο (που μου το απέρριψαν δις κάτι κακοί κακοί κριτές) και να ξεκινήσω 2 κεφάλαια για ένα βιβλίο. Σε γενικές γραμμές και όλα αυτά μέχρι μέσα Σεπτεμβρίου. Το αρχικό σχέδιο, λοιπόν, ήταν να δουλεύω γερά 4-5 ώρες κάθε μέρα και την υπόλοιπη μέρα να βγαίνω, να πηγαίνω θάλασσα και γενικά να μη μιζεριάζω όπως έκανα και πέρσι και πρόπερσι και αντιπρόπερσι. Ωράριο ευέλικτο καθότι μπορώ να δουλέυω και στο σπίτι. Ωραία? Ωραία.

Χτυπά το ξυπνητήρι στις 8:30. Το κλείνω μουγκρίζοντας και σηκώνομαι με τα χίλια ζόρια στις 11 γιατί «έχω να δουλεψω». Ανοίγω τον υπολογιστή και βλέπω τα ημαίλ μου (και τα 4) όσο τρώω τα κορνφλέικς μου. Βάζω το λαπτοπ στα πόδια μου και ανοίγω την πρόταση. Την κοιτάζω, σηκώνομαι, πάω μέχρι το ψυγείο και πίνω λίγο νερό. Ξανακάθομαι, την ξανακοιτάζω, κάνω σκρόλ μέχρι πιο κάτω και μπαίνω ίντερνετ. Χαζευω κανα δύο βλογ. Με βρίζω για την αδυναμία του χαρακτήρος μου. Ξανακοιτάζω προσεκτικά την πρόταση και διορθώνω ένα τυπογραφικό λάθος. Βάζω το λαπτοπ στο πλάι και ξανακάνω σκρόλ. Ξαπλώνω διαγώνια στον καναπέ. Αλλάζω μία φράση. Σηκώνομαι και πάω μέχρι το ψυγείο. Το ανοίγω και βλέπω μόνο νερό, μαρμελάδες, μπύρες (δε ξέρω ποιος τις έφερε), κάτι ελιές γεμιστές που μάλλον έχουν λήξει (και ούτως ή άλλως δε μ΄αρέσουν) και την κρέμα ματιών μου. Το ξανακλείνω και καθοδόν προς τον καναπέ ανοίγω το ράδιο. Αρχίζω να διαβάζω την πρόταση. Γράφω άλλες 3 φράσεις, σβήνω μία και κάνω copy paste άλλες 2. Εκνευρίζομαι που το ράδιο έχει συνέχεια διαφημίσεις. Σηκώνομαι, το κλείνω και ανοίγω το –μόνο-ντουλάπι με φαγώσιμα. Ρύζι, μακαρόνια, κορν φλεϊκς, μια κονσέρβα ανανά, κάτι μπαγιάτικα ζαχαρωτά και –ευτυχώς- κάτι μπισκόττα που έκλεψα από την κουζίνα της μήτηρ μου (ανεξάντλητη πηγή τροφίμων). Παίρνω ένα και πάω προς τον καναπέ. Επιστρέφω και παίρνω άλλο ένα. Παίρνω το λαπτοπ και αποφασίζω ότι αρκετά κωλοβάρεσα. Το αφήνω και ξαπλώνω κάθετα. Χαζεύω άλλα δύο βλογ. Ξαναπάω μέχρι το ψυγείο. Ανοίγω την τηλεόραση. Κλείνω την τηλεόραση. Ξανακοιτάζω τα ημαίλ μου. Κοιτάζω το ρολόι και είναι ήδη πέντε. Πανικοβάλλομαι, κλείνω το ίντερνετ, ανοίγω την πρόταση, γράφω μισή σελίδα και αποφασίζω ότι πέρασε η ώρα.

Καλά δουλέψαμε και σημερα.


(Σε αυτό το mode έγραψα τη διατριβή μου σε 3 μήνες. Τρομακτικό έτσι?)

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2009

Μετανοείτε γιατί χανόμαστε

Της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος σήμερα (βοήθεια μας), είπαμε να πάμε ομαδικώς στην εκκλησία. Η μήτηρ μου μας είχε προειδοποιήσει (κυρίως εμένα) εδώ και μέρες ότι θα πάμε, ότι θα είναι νωρίς το πρωί και ότι καλό θα ήταν να νηστέυσουμε κιόλας και να κοινωνήσουμε μπας και μας συγχωρεθούν οι αμαρτίες. Η εκδρομή δεν ήταν προαιρετική, δεν τους κάνω που δεν τους κάνω κανένα χατήρι, λείπω που λείπω 11 μήνες το χρόνο, το «κουμμουνίστρια» το έχει έτοιμο για μένα η γιαγιά μου, είπα να την κάνω τη θυσία για το καλό της οικογενειακής αρμονίας και για να γλυτώσω το μουρμουρκό. Σηκώνομαι, λοιπόν μες τα μαύρα χαράματα -7:30 για να είμαστε ακριβείς- ντύνομαι σεμνά αλλά κομψά, μη μας πιάνουν στο στόμα τους οι φαρμακόγλωσσες και πάμε αργοπορημένες με τη μικρή. Να μην τα πολυλογώ, κοινωνούμε, παίρνουμε αντίδωρο και καθόμαστε με τη γιαγιά μου. Κοιτάζουμε το αντίδωρο, το μυριζόμαστε και κοιταζόμαστε με τη μικρή. Το προσφέρουμε στη γιαγιά μου που έχει γερή κράση και στομάχι (που ποιον ήταν να πάρω άλλωστε?!) αλλά την είχε προλάβει ήδη η μήτηρ μου, η οποία και μας «ενθάρρυνε» να φάει η καθεμιά το δικό της.
Spock: Εν η ιδέα μου ή άρχισεν ήδη η αλκοολική ζύμωση?
Μικρή: ...? (μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι).
Spock: Μάλλον επερίσσεψε τους που την τελευταία φορά που ήρτα εκκλησία.
Μικρή: ... (Ξεροκαταπίνει και με κοιτάζει τρομοκρατημένη συνειδητοποιώντας το μάκρος χρόνου).
Γιαγιά (στη μικρή): Πιας το δευτεράκι και διαβασε τούντην προσευχή.
Spock: Προσευχήθου να μεν πάμε που το αντίδωρο
Μικρή: !

Τελικά προσεφέρθη αλτρουϊστικά η μήτηρ μου γιατί ως γνωστό, μάνα είναι μόνο μία!

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2009

Guest star

Ένεκα που έχουν σφιξει για τα καλά οι ζέστες αλλά δεν μπορώ να πάω διακοπές λόγω φόρτου μαλ.., ε.., εργασίας θέλω να πώ και ένεκα που οι φωτογραφίες που θα μπορούσα να βάλω –και να το κάνω φώτο γκάλλερι εδώ μέσα- από παλαιότερα ταξίδια θέλουν χρόνο να τις βρω και να τις φορτώσω και ντεν έκω σύνδεση καρντιά μου, το τίμιο τούτο βλογ αποφάσισε να εγκαινιάσει τη στήλη guest star. Η στήλη guest star, λοιπόν, αγαπητέ καλοκαιρινέ αδκειασερέ αποτελείται από φιλοξενούμενα κείμενα άλλων ψωνισμένων που δεν διαθέτουν ακόμα βλογ και τα οποία βρίσκουν μία στοργική και ζεστή αγκαλιά στο τόσο φιλόξενο ετούτο βλογ (το οποίο βαριέται να γράψει οτιδήποτε από μόνο του). Η αρχή γίνεται με το ακόλουθο κείμενο το οποίο επιλέγη κατόπιν σκληρών δοκιμασιών, HACCP και ISO 2020, έλεγχο από το χημείο του κράτους και έγκριση από τη γενικό ελεγκτή ως το μόνο που βασικά προσεφέρθη.

“Οι γνώμες και απόψεις που εκφράζονται στο πιο κάτω κείμενο δεν αντανακλούν απαραίτητα τις απόψεις της ιδιοκτήτριας του βλογ. Οποιαδήποτε σχόλια (αρνητικά) θα απευθύνονται αποκλειστικά στον συγγραφέα του κειμένου. Για τα θετικά είμαστε πιο μεγαλόκαρδοι!”




Ο Αντωνής ο άρκοντας, με τα πολλά τα μάλλια
Χωράφκι, αμπέλια πόλικα τζιαι σπίθκια τζιαι ριάλια

Έρεσσεν ένα δειλινόν που του χωρκού την βρύση
Τζι ετσάς εκοντοστάθηκε την δίψα του να σβήσει

Ήταν τζειαμαί τζι η Χριστινού στην ομορκιά στην χάρη
Απού τες πρώτες του χωρκού τ’αντρός της το καμάρι

Εδίκλησεν τζιαι είδεν την...

Πλάστη μου ποια εν τούτη,
Πο σιει περίσσια πάνω της,
ούλλα της γης τα πλούτη?

Εννιωσεν μες στες φλέβες του το γαίμαν του ν’αφταίνει
Πεζεύκει απού τον άππαρον τζιαι σύγκοντα πηαίννει.

Αν είσαι κόρη ξωτικόν τζιαι το Σταυρον του βάλλει,
Φύε τζιαι χάθου που δαμαί, πιάσε μιαν στράτα άλλη
Μ’αν είσαι πλάσμα του Θεού τότε αλλοίμονο μου
Που τωρά σιούρκασην εν θα χω πκιον ομπρός μου.

Άμαν τον είδεν δίπλα της η Χριστινού φοήθην,
Το στόμα της εβάωσεν τζιαι δεν του πολοήθη.
Ήξερεν πως εν άτιμος τζιαι τζείνος τζι η γενιά του
Τζι αλλοίμονον της της φτωσιής
Που έμπλεξε μιτά του.

(Το άλλο μισό του φεγγαριού, Άθως Χατζηματθαίου)


Ναι, πρέπει να παραδεχτώ ότι αρέσκομαι στην κυπριακή λογοτεχνία και δει σε αυτή την μορφή της γραφής της. Δεν είναι ακριβώς ποίημα, είναι έργο λόγιο με στιχο και ομοιοκαταληξία. Λατρεύω την κυπριακή διάλεκτο (όχι αυτήν που έχουμε διασύρει στην τηλεόραση) γιατί ασπάζομαι την άποψη ότι είναι διάλεκτος ερωτική. Είναι ένας από τους πιο όμορφους τρόπους έκφρασης, ο οποίος όσο χυδαιος και αν καταντα δεν παύει να σε μαγεύει και να σε διασκεδάζει.

Η κυπριακή διάλεκτος δείχνει τις ρίζες μας. Ποιοι είμαστε. Τα γραπτά κείμενα φανερώνουν τι εστί Κύπριος και είναι αλήθεια ότι ποτέ δεν ήμασταν λαός πολεμοχαρής. Δεν ήμασταν ποτέ πολιτικοί, αλλά ούτε προσφέραμε τα φώτα του πολιτισμού σε κανέναν και για κανέναν λόγο. Είμαστε λαός απλός, θεοφοβούμενος, αγαπούμε την οικογένεια μεν αλλά πάντα θα υπάρχει και κάτι περισσότερο.

Το πρώτο σημείο που με εξέπληξε ευχάριστα ήταν η προσφώνηση του Αντωνή ως άρχοντα με περιουσία, σπίτια, χωράφια κ.τ.λ. κάτι που ισχύει ακόμα και στις μέρες μας. Θα έλεγα με απόλυτη σιγουριά ότι μετά το όνομα ακολουθεί ο τίτλος και τα πριουσιακά στοιχεία, π.χ «ο Γιώργος, γιατρός που έχει το σπίτι του στη Λευκωσία, το χωράφι στο Μαρώνι και το εξοχικό στον Πρωταρα». Ακολούθως η ουσία του ποιήματος, Ο λόγος της έμπνευσης, η Χριστινού. Θα μπορούσα να πω ότι η αγάπη σε εμας δεν εκδηλώνεται με το λέγειν -άλλωστε σε αυτό υπερτερούν οι πέραν του Αιγαίου αδερφοί μας- αλλά με τις πράξεις μας. Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι δύσκολα θα βρούμε σε ποιήματα λόγιο να εκθειαζει τις ομορφιές της γυναίκας που ποθεί, όσο το τι θα έκανε για χάρη της ή καλύτερα τι θα έκανε το σύμπαν για χάρη της.

Ένιωσε, λέει το γαίμαν του ν΄αφταίνει και «Που τωρά σιούρκασην εν θα χω πκιον ομπρος μου». Είναι χαρακτηριστικά τα οποία καταμαρτυρούνται ακόμα και στις μέρες μας από νεαρούς που ακόμα νιώθουν αρκετά ρομαντικοί για να φλερτάρουν. Ίσως τελικά οι κλασσικές φράσεις που έχουμε υιοθετήσει όπως το «σε αγαπώ», «είμαι ερωτευμένος μαζί σου», «είσαι το φως μου» κτλ, όσον εξευγενισμένες και αν ακούγονται, τελικά να μην είναι στη δική μας φύση.

Όπως θα έλεγε και ο Βασίλης Μιχαηλίδης:


Πλασθείσα των νυμφών ωραιοτέρα,
Κατήσχυνες τας χάριτας πασών.
Η νυξ, ο ουρανός και η ημέρα
Το κάλλος εκθειάζουσι το σον.



Με αγάπη...



Για περισσότερες πληροφορίες και αιτήσεις μπορείτε να απευθείνεστε εκεί που ξέρετε.